Follow Us

+30 698 2925 249
[email protected]

Δευ - Σαβ 9.00 - 19.00
Κυριακές 9.00 - 18.00

27326

 Η καρυδιά (επιστ: Καρυά, Juglans) ανήκει στην οικογένεια των Καρυοειδών (Juglandaceae) με 20 είδη φυλλοβόλων δέντρων. Είναι αυτοφυές, αγγειόσπερμο, μονοχλαμυδικό φυτό. Δεν αντιμετωπίζει πρόβλημα προσαρμογής και καλλιεργείται σε διάφορους τύπους κλιμάτων και περιβάλλοντος. Όμως αποδίδει περισσότερο σε περιοχές με θερμό και υγρό κλίμα. Το πιο συνηθισμένο και γνωστό είδος είναι η Καρυά η βασιλική, λατινική ονομασία Juglans regia.

 

Ονομασία
Η ονομασία στα λατινικά του γένους Juglans προέρχεται από τις λέξεις Jovis glans, που σημαίνουν Διός βάλανος
Περιγραφή
Τα φύλλα της καρυδιάς είναι μεγάλα, μακριά, σύνθετα. Το κάθε φύλλο αποτελείται από 7-9 μικρά φύλλα, με ωοειδές σχήμα. Τα άνθη της είναι αφανή χωρίς πέταλα και τα αρσενικά σχηματίζουν ταξιανθίες. Ο κορμός της είναι παχύς και η διάμετρος του φτάνει τα 2,5 μέτρα.
Η κοινή καρυδιά φτάνει σε ύψος τα 35 μέτρα και είναι γνωστή και με τις ονομασίες αγγλική ή περσική.
Χρησιμότητα
Το ξύλο της καρυδιάς είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό και δεν εμφανίζει ρωγμές. Είναι συμπαγές με εξαιρετική ελαστικότητα και χρησιμοποιείται στην κατασκευή επίπλων πολύ καλής ποιότητας. Επειδή κατεργάζεται εύκολα χρησιμοποιείται και στη ξυλογλυπτική.
Καρπός 
Κύριο λήμμα: καρύδι. Καλλιεργείται για τον καρπό της, το καρύδι, και για την εξαιρετικής ποιότητας ξυλεία της.
Τα καρύδια, όταν ωριμάσουν, τινάζονται από το δέντρο με ράβδισμα και μαζεύονται από το έδαφος πριν μαυρίσουν. Στη συνέχεια ξεφλουδίζονται και ξεραίνονται σε ειδικά ξηραντήρια. Το καρύδι έχει σχήμα σφαιρικό και το περικάρπιο του όταν είναι χλωρό είναι παχύ σαρκώδες και πράσινο ενώ όταν ωριμάζει αλλάζει χρώμα σε ανοιχτό μπεζ – καφέ και γίνεται σκληρό, ξυλώδες κέλυφος.
Το εσωτερικό του καρυδιού, η καρυδόψιχα, αποτελείται από δύο μεγάλες κοτυληδόνες οι οποίες περιβάλλονται από ένα λεπτό σπερματικό περίβλημα. Η καρυδόψιχα τρώγεται σκέτη σαν ξηρός καρπός, χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική, στη μαγειρική και τρώγεται με μέλι. Το χλωρό καρύδι γίνεται νόστιμο γλυκό του κουταλιού.
Η Κίνα είναι πρώτη στον κόσμο σε παραγωγή καρυδιών. Ακολουθούν οι Η.Π.Α., το Ιράν, η Τουρκία και η Ουκρανία. Η έκταση που καταλαμβάνει στην Ελλάδα ανέρχεται σε 700.000 στρ. περίπου, ενώ η ετήσια παραγωγή καρυδιών ανέρχεται σε 25.000 τόνους. Η αποφλοίωση – σπάσιμο των καρυδιών πέρα των καρυδοθραυστών προσωπικής χρήσης γίνεται και σε ειδικά μηχανήματα τους σπαστήρες καρυδιών. Τα τελευταία χρόνια υπάρχουν εταιρίες που προσφέρουν τέτοιες υπηρεσίες.
Είδη
Πολύ διαδεδομένο είδος καρυδιάς στην Ευρώπη είναι η Καρυα η βασιλική (Juglans regia). Ένα είδος καρυδιάς είναι η μαύρη καρυδιά (Juglans nigra) δέντρο της Βόρειας Αμερικής που φτάνει σε ύψος τα 25 μέτρα. Μακρόβιο φυτό, μπορεί να ξεπεράσει την ηλικία των 250 ετών. Το ξύλο της είναι εξαιρετικής ποιότητας , ακριβό και ανθεκτικό. Τα καρύδια που παράγει χρησιμοποιούνται στην αρτοποιία και στην παρασκευή γλυκών και παγωτού. Ακόμα ένα σημαντικό είδος είναι η Πτεροκαρύα της Κίνας και της Ιαπωνίας.
Ποικιλίες Καρυδιάς
Αφράτα
Αφράτα που εύκολα σπάζουν. Σ’ αυτά υπάγονται εκείνα που με το όνομα Τσιποκάρυδα, στρογγυλά με πολύ λεπτή φλούδα. Παράγουν μεγάλες ποσότητες ψίχας. Για αυτό το λόγο και συνιστώνται για φύτευση.
Βασιλικά
Όχι υπερβολικά αφράτα. Δεν σπάζουν τόσο εύκολα όπως τα τσιποκάρυδα.
Αυγουλάτα
Λίγο μακρουλά στο σχήμα και μισόσκληρα στο τσόφλι. Σε μέγεθος μέτρου, ανοιχτόχρωμα και γλυκά, ίδια είναι και τα Αγιορείτικα.
Χοντροκάρυδα
Πολύ μεγάλα, με πολύ σκληρό τσόφλι. Λίγη ψίχα.
Ξενικές ποικιλίες
Φρανκέτ Μεγκέτ. (Franquete Megette). Eureka, Blackmer.Placentia Pacyne, Sorento.

karydies
Chandler
1chandler kuru

Η καλύτερη σε ποιότητα και παραγωγή, πλαγιοκαρπεί (90%). Επικ. Vina, Franquette.

Amigo, Gustine

Για θερμές περιοχές της Ελλάδας, πρωιμανθείς.

Εδαφοκλιματικές απαιτήσεις της καρυδιάς
ΠΕΚΑΝ
pekan

Τα 45 δέντρα καρυδιάς Πεκάν βιολογικής καλλιέργειας είναι ποικιλίες MOHAWK (Μοχόκ) και BARTON ( Μπάρτον). 
Το καρύδι Πεκάν από την Βραζιλία, που καλλιεργείται εκτενώς στις Η.Π.Α., άρχισε να καλλιεργείται και στην Ελλάδα και κερδίζει συνεχώς έδαφος στην ελληνική αγορά των ξηρών καρπών.
Οι καρποί του, τα καρύδια Πεκάν, μοιάζουν με μεγάλα βελανίδια, έχουν πολύ καλής ποιότητας ψίχα και λεπτό κέλυφος.
Τα Πεκάν έχουν ιδιαίτερη γεύση με ωραίο χαρακτηριστικό άρωμα.
Τα Πεκάν είναι πλούσια σε φυτικές ίνες, στερόλες, έχουν υψηλή περιεκτικότητα αντιοξειδωτικών ουσιών, περιέχουν μέταλλα, βιταμίνες Β1, Β2, Α, Ε, και ενισχύουν την άμυνα του οργανισμού.
Καταναλώνονται ωμά, αλλά χρησιμοποιούνται και στη μαγειρική και φαρμακευτική.
Προς το παρόν μη διαθέσιμο προϊόν.
Μέση-Νεότερη στα
άνθη. Αποδοτική. Τα δέντρα κάνουν ένα μικρό στέμμα. Edilebilir.Yıllık οικολογίες συμβουλές τέλη της άνοιξης παγετός είναι ένα πρόβλημα στην εξορία διοργανώνεται κάθε χρόνο για τα φρούτα απαιτεί τακτική κλάδεμα. Δεν υπάρχει νανισμός, αλλά αυτό το είδος της καρυδιάς, και κάθε χρόνο έχει πολλά οπωροφόρα δέντρα κλάδεμα γίνεται dikilebilmektedir 30-45 στρέμματα για. Piyasısında σήμερα στον κόσμο πλέον προτιμώμενη ποικιλία.

Franquette
32cb236da2f653bfd32e4f7c524153a9

Μια παλιά γαλλική ποικιλία. Χαμηλό ποσοστό των μπουμπουκιών πλευρά για να φέρει ποικιλία φρούτων, μεγάλα δένδρα, καθώς και της σχετικά χαμηλής παραγωγικότητας κατά τα τελευταία χρόνια, λόγω του περιορισμένου εύρους αυτού του είδους φυτεύονται.Franquette αργά την άνοιξη παγετό και τη βροχή, τα κοινά να συμβούν χρησιμοποιείται ευρέως σε χώρους όπου Τσάντλερ και Hartley επιλέχθηκε ως τα είδη των επικονιαστών. Εσωτερική βάρους 5,3 gr, εσωτερικός συντελεστής του 46-47%, ενώ το εσωτερικό χρώμα είναι συνήθως πολύ καλή. 
Scharsch-Franquette δέντρα, κάθετη, είναι πολύ έντονη.
Kλίμα
Γίνεται παντού, όπου δεν υπάρχουν συχνές και παρατεταμένες παγωνιές. Αλλά προσαρμόζεται καλύτερα σε ζεστού ς τόπους και δεν την ενοχλούν τόσο οι άνεμοι Σε τόπους ζεστούς τη συναντούμε και σε υψόμετρο μέχρι 800 μέτρα, αλλά σε τόπους όχι τόσο ζεστούς και στα 600 μ. ύψος. Καλλιεργείται κάτω από μεγάλη ποικιλία κλιματικών συνθηκών. Αποδίδει όμως σε περιοχές με δροσερό και υγρό κλίμα. Για να αποκτήσουν οι καρποί της καλό μέγεθος η περίοδος βλάστησης της το καλοκαίρι πρέπει να είναι μεγάλη. Πολύ υψηλές όμως θερμοκρασίες – πάνω από 38°C- είναι δυνατό να προκαλέσουν εγκαύματα στους καρπούς. Επειδή το φθινόπωρο η ξυλοποίηση των βλαστών γίνεται αργά, παθαίνει ζημιές από πρώιμους παγετούς το χειμώνα. Ζημιές από παγετούς παθαίνει και την άνοιξη, γι’ αυτό δεν πρέπει να φυτεύεται σε παγετόπληκτες περιοχές. Ορισμένες ποικιλίες έχουν μεγάλες απαιτήσεις σε χαμηλές θερμοκρασίες το χειμώνα για να διακοπεί ο λήθαργός τους. Σε περιοχές που ο χειμώνας είναι ζεστός τα δέντρα καθυστερούν να βλαστήσουν την άνοιξη.

Έδαφος

Ως προς το έδαφος η καρυδιά δεν παρουσιάζει ιδιαίτερες προτιμήσεις. Γίνεται σε όλα τα βαθιά και διαπερατά από το νερό εδάφη. Σαν δέντρο με πλούσιες, άφθονες ρίζες η καρυδιά γίνεται και σε φτωχά ακόμη χώματα, όμως γίνεται πολύ καλύτερα σε χώματα που δεν είναι πολύ φτωχά – Αργιλοασβεστώδη βαθιά στραγγερά η Αργιλοαμμώδη στραγγερά.

Σε σφιχτά χώματα (Αργιλώδη) αργεί να αναπτυχθεί και τελικά δεν αποδίδει.

Σχετικά με Νέες φυτεύσεις

Ο κύριος τρόπος πολλαπλασιασμού της καρυδιάς είναι με το σπόρο (το καρύδι). Μπορεί όμως να πολλαπλασιασθεί και με μπόλιασμα.

Για τον πολλαπλασιασμό με σπόρο διαλέγονται καλής ποιότητας καρύδια που αντιπροσωπεύουν διαλεχτές ποικιλίες. Το καλό καρύδι διακρίνεται από το κανονικό σχήμα και χρώμα του, αλλά και από το βάρος του. Ομοίως για την εκλογή του σπόρου για φύτεμα πρέπει να είναι γνωστός ο χρόνος που έχει συγκομισθεί.

Το καρύδι, όπως είναι γνωστό, περιέχει μεγάλη ποσότητα λαδιού (Καρυδέλαιο). Για τον λόγο αυτό αν δεν συντηρηθεί καλά «ταγκιάζει» και τέτοια καρύδια είναι τελείως ακατάλληλα για σπόρο. Καλός τρόπος διατήρησης του σπόρου μέχρι την στιγμή της σποράς είναι να τοποθετείται μέσα σε άμμο.
Εδαφοκλιματικές συνθήκες

Ανθράκωση

Η ανθράκωση είναι η πιο καταστρεπτική ασθένεια της καρυδιάς, διαδεδομένη σε όλη την Ελλάδα. Προκαλείται από τον μύκητα Marssonina juglandis (Lib) Magn. με ασκογενή μορφή Gnomonia leptostyla. Προσβάλλει τα φύλλα, τα καρύδια και ακόμη τους ετήσιους βλαστούς. Η προσβολή εκδηλώνεται στα φύλλα με νεκρωτικές κηλίδες 2-3mm. που συχνά ενώνονται και σχηματίζουν μεγαλύτερες νεκρωτικές επιφάνειες. Προσβεβλημένα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν. Η υγρασία ευνοεί την εξέλιξη και διασπορά της ασθένειας. ‘Ετσι, όταν ο Μάϊος και ο Ιούνιος είναι βροχεροί, τότε είναι δυνατόν η ασθένεια να πάρει επιδημικές διαστάσεις και να προκληθεί έντονη φυλλόπτωση τον Ιούλιο – αρχές Αυγούστου. Η πρώιμη φυλλόπτωση έχει ως αποτέλεσμα την εξασθένηση των δένδρων και τη φτωχή καρποφορία ποσοτικά και ποιοτικά. Μόνο σε ακραίες περιπτώσεις είναι δυνατό να επέλθει και νέκρωση.

Φύλλα καρυδιάς με εκτεταμένες νεκρωτικές κηλίδες

Οι νεκρωτικές κηλίδες που εμφανίζονται στους καρπούς είναι μικρότερες εκείνων που προκαλούνται στα φύλλα. Εάν η προσβολή αρχίσει ενώ τα καρύδια είναι ακόμη πολύ μικρά, τότε αυτά δεν αναπτύσσονται κανονικά και πέφτουν πρόωρα. Ο μύκητας Marssonina juglandis διαχειμάζει στα πεσμένα στο έδαφος φύλλα, όπου αναπτύσσει την ασκογόνο μορφή του Gnomonia leptostyla. Η απελευθέρωση των ασκοσπορίων συμπίπτει χρονικά με την έκπτυξη των φύλλων δηλ. περί τον Μάϊο. Τα ασκοσπόρια μεταφέρονται συνήθως με τον αέρα και το υδρονέφος μετά από βροχές και προκαλούν στα φύλλα και τους βλαστούς την αρχική προσβολή. Επάνω στις κηλίδες που δημιουργούνται σύντομα εμφανίζονται καρποφορίες της κονιδιακής μορφής του μύκητα Marssonina juglandis. Τα κονιδιοσπόρια μεταδίδουν την ασθένεια ταχύτατα, ιδιαίτερα όταν ο καιρός είναι βροχερός.

‘Εντονη προσβολή καρυδιάς από ανθράκωση

Η απώλεια φωτοσυνθέτουσας φυλλικής επιφάνειας ή η πρόωρη φυλλόπτωση μειώνει την απόδοση των δένδρων σε καρπό αλλά υποβαθμίζει και την ποιότητά τους. Καρύδια που προέρχονται από προσβεβλημένα δένδρα έχουν μικρότερο ειδικό βάρος και μικρότερο ποσοστό ψίχας. Η ψίχα είναι συρρικνωμένη με σκοτεινό χρώμα. Γενικά η παραγωγή είναι υποβαθμισμένη, με αποτέλεσμα ο παραγωγός να έχει σημαντική οικονομική απώλεια.

Η προσβολή είναι δυνατό να ελαττωθεί με λίπανση των δένδρων με αζωτούχα λιπάσματα, όπως θειική και νιτρική αμμωνία ή και ουρία. Μεικτά λιπάσματα (Ν-Ρ-Κ) έχουν μικρότερη αποτελεσματικότητα. Για την καταπολέμηση της ασθένειας, πρέπει να γίνονται 4 ψεκασμοί με ένα από τα παρακάτω μυκητοκτόνα:

  • Zineb: 240gr σε 100 λίτρα νερό ή όπως αναφέρεται στη συσκευασία.
  • Maneb: Είναι οργανικό μυκητοκτόνο. Ρίχνουμε 240gr σε 100 λίτρα νερό ή όπως αναφέρεται στη συσκευασία.
  • Mancozeb: 150gr σε 100 λίτρα νερό ή όπως αναφέρεται στη συσκευασία
  • Βορδιγάλειος πολτός: Θειϊκός χαλκός 500-750 γραμ. σε 100 λίτρα νερό με ασβέστιο 170-250 γραμ. σε 100 λίτρα νερό.

Ικανοποιητικά αποτελέσματα έχουν δώσει επίσης και ο οξυκινολεϊκός χαλκός. Οι ψεκασμοί πρέπει να αρχίζουν με την έκπτυξη των φύλλων και να επαναλαμβάνονται ανά 15 ημέρες. Εάν ο καιρός είναι ξηρός, τότε οι δύο τελευταίοι ψεκασμοί μπορεί να παραλειφθούν. Ο βορδιγάλειος πολτός μπορεί να προκαλέσει φυλλόπτωση, γι’ αυτό οι παραγωγοί θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, να αναμειγνύουν τη σωστή δοσολογία. Συνιστάται επίσης, όλοι οι παραγωγοί να συλλέγουν τα φύλλα μετά την πτώση τους το φθινόπωρο σε σωρούς και να τα καίνε ή να τα παραχώνουν. Έτσι, μειώνεται η ποσότητα μολύσματος που απελευθερώνεται την άνοιξη και η αρχική προσβολή αποτρέπεται ή μειώνεται σημαντικά.

Σηψιρριζίες

Οι μύκητες του γένους Armillaria προκαλούν σηψιρριζίες σε ένα μεγάλο αριθμό δασικών και καλλιεργούμενων φυτών όπως και στην καρυδιά.

Οι προσβολές Armillaria, όπως συμβαίνει με τις περισσότερες σηψιρριζίες, δημιουργούν συνήθως νεκρώσεις δένδρων κατά ομάδες, αν και σε αρκετές περιπτώσεις παρατηρούνται και νεκρά μεμονωμένα δένδρα διάσπαρτα στις συστάδες. Η προσβολή επεκτείνεται στα γειτονικά δένδρα με επαφή μεταξύ των ριζών. Η διαδικασία αυτή εξελίσσεται με βραδύ ρυθμό και απαιτούνται αρκετά χρόνια για την προσβολή και νέκρωση ενός δένδρου.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό γνώρισμα των μυκήτων του γένους Armillaria είναι τα ριζόμορφα . Αυτά μοιάζουν με ριζίδια, είναι κυλινδρικά διαμέτρου 1-4 mm, με χρώμα καστανό έως μαύρο. Τα ριζόμορφα είναι υπόφλοια μεταξύ φλοιού και ξύλου ή επιφυτικά, στον εξωτερικό φλοιό των ριζών και μπορεί να αυξάνονται ελεύθερα στο έδαφος, έχοντας τη δυνατότητα να προσβάλλουν τις ρίζες γειτονικών δένδρων.

Το πιο χαρακτηριστικό διαγνωστικό σημείο προσβολής των ειδών Armillaria είναι τα βασιδιοκάρπια (μανιτάρια) τα οποία εμφανίζονται συνήθως κατά δέσμες στη βάση νεκρών και ασθενών δένδρων ή πρέμνων. Αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη διάκριση μεταξύ των διαφόρων ειδών Armillaria. ‘Εχουν πίλο με χρώμα κιτρινοκαστανό έως ρόδινο και μακρύ στύπο. Τα βασιδιοκάρπια εμφανίζονται το φθινόπωρο εάν υπάρχουν ευνοϊκές συνθήκες υγρασίας και θερμοκρασίας. ‘Όμως, σε σύντομο χρονικό διάστημα (1-2 εβδομάδες) μετά την εμφάνιση τους, αυτά αποσυντίθενται ή τρώγονται από ζώα και έντομα.

Ο μύκητας προκαλεί σήψη στους σκληρούς ζωντανούς ιστούς των ριζών του ξενιστή του, μέσω των ενζύμων του. Κάποια από τα συμπτώματα είναι η μείωση της ανάπτυξης των βλαστών, ο αποχρωματισμός των φύλλων, και η παραγωγή πολυάριθμων μικροσκοπικών κώνων. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων στο φύλλωμα εξαρτάται από την ηλικία και το μέγεθος του ξενιστή, καθώς και από την έκταση της επίθεσης στις ρίζες. Συνήθως τα μικρά δέντρα υποκύπτουν γρήγορα, ενώ τα μεγάλα παρακμάζουν βαθμιαία και νεκρώνονται σε χρόνο από 2 έως 8 έτη. Επιπλέον, εμφανίζονται κάτω από το φλοιό λευκά μυκήλια και ριζόμορφα μαύρου χρώματος συμπτώματα χαρακτηριστικά της Armillaria. Μερικές φορές οι μάζες αυτές των μυκήτων εκτείνονται πάνω ή κάτω από το έδαφος σε αρκετά εκατοστά, είτε στον κορμό είτε στη ρίζα αντίστοιχα.

Για την αντιμέτωπισή του, συστήνεται να γίνεται απολύμανση του εδάφους με κατάλληλα απολυμαντικά. Τα προσβεβλημένα φυτά θα πρέπει να απομακρύνονται μαζί με ολόκληρο το ριζικό τους σύστημα και να καταστρέφονται με τη φωτιά. Επίσης, θα πρέπει να γίνεται μακρόχρονη αμειψισπορά με φυτά (π.χ. σιτηρά), τα οποία δεν προσβάλλονται από το παθογόνο και να λαμβάνονται μέτρα καλής αποστράγγισης του αγρού.
Βακτήριωση

Προσβολή Xanthomonas campestris σε καρύδι

Η ασθένεια προκαλείται από τον μύκητα Xanthomonas campestris και προκαλεί σημαντικές ζημιές στα άνθη, όπου επέρχεται και πτώση των θηλυκών άνθεων. Προσβάλλει και τους καρπούς όπου και επιφέρει πτώση των μικρών καρπών και μαύρισμα της ψίχας.

Η ξήρανση των ανθέων και τα έλκη στους κλάδους μοιάζουν πολύ με τα αρχικά συμπτώματα που εμφανίζονται στην ασθένεια βακτηριακό κάψιμο. Η διάκριση των ασθενειών απαιτεί μεγάλη εμπειρία και γίνεται ασφαλής μόνο με εργαστηριακή εξέταση.

Στα τρυφερά φύλλα και νεαρούς καρπούς σχηματίζονται μικρές νεκρωτικές, κυκλικές κηλίδες διαμέτρου 4-5 cm και χρώματος καστανού μέχρι μαύρου. Στους καρπούς οι κηλίδες είναι ελαφρά βυθισμένες. Οι μολύνσεις των βλαστών αρχίζουν κατά το τέλος του χειμώνα με αρχές άνοιξης, συνήθως από μικρές σχισμές ή πληγές στα πτερύγια των φύλλων και από εκεί εξαπλώνονται γρήγορα δια του μίσχου, τόσο στο έλασμα του φύλλου όσο και στον κλαδίσκο. Οι προσβεβλημένοι ιστοί παίρνουν ένα χρώμα βαθύ πράσινο ελαιώδες και αργότερα ξηραινόμενοι γίνονται καστανοί μέχρι καστανόμαυροι. Στις περιπτώσεις αυτές είναι χαρακτηριστικό ότι τα προσβεβλημένα φύλλα παραμένουν ξηρά πάνω στο δέντρο για μεγάλο διάστημα. Στη βάση των μίσχων των προσβεβλημένων φύλλων συχνά παρατηρείται έκκριση κόμμεος. Στους καρπούς η ασθένεια προκαλεί το σχηματισμό κυκλικών, νεκρωτικών, βυθισμένων κηλίδων, που έχουν διάμετρο 2-12 mm, χρώμα καστανό μέχρι μαύρο και δερματώδη υφή.

Οι πιο ευνοϊκές θερμοκρασίες για τις μολύνσεις είναι μεταξύ 12-20oC. Έχει διαπιστωθεί πως η συνεχής διαβροχή με νερό των φύλλων συντελεί κατ’ εξοχήν στην εκδήλωση επιδημιών. Ισχυροί άνεμοι με βροχή συντελούν στην εξάπλωση της ασθένειας επειδή δημιουργούνται πληγές στα πτερύγια των φύλλων και στους καρπούς από την αμοιβαία προστριβή τους και διευκολύνεται η διασπορά και είσοδος, μέσα στους ιστούς των μολυσμάτων. Επίσης η χαλαζόπτωση και οι ζημιές από παγετό συντελούν στην εκδήλωση σοβαρών επιδημιών.

Για την καταπολέμηση της βακτηρίωσης χρειάζεται:

 

  1. Κλάδεμα και καταστροφή με φωτιά των έντονα προσβεβλημένων βλαστών.
  2. Ψεκασμός με μυκητοκτόνο 3-4 φορές πριν βγούν τα φύλλα και επαναλαμβάνονται κάθε 10 ημέρες. Θα πρέπει βέβαια να αποφεύγονται οι εφαρμογές κατά την άνθηση.

Με βάση όσα είπαμε για το κλίμα – και το τοπικό κλίμα – και τη φυσική κατάσταση του εδάφους, διαλέγεται κατά το δυνατόν ο τόπος όπου θα εγκατασταθεί ο Καρυδώνας. Κατά τα άλλα – φύτεμα των δέντρων περιποιήσεις κλπ. ισχύουν ότι και για τα περισσότερα καρποφόρα.
Αποστάσεις μεταξύ των δέντρων πρέπει να είναι 15-18 μέτρα. Μικρότερη απόσταση στους φτωχούς και ξερούς τόπους και μεγαλύτερες στα γόνιμα εδάφη, όπου θα πάρουν και μεγαλύτερη ανάπτυξη. Οι λάκκοι που θα ανοιχτούν πολύ ενωρίτερα, πρέπει να έχουν διαστάσεις 80-100 πόντους και βάθος 1,20-1,40 μέτρα. Σε φτωχά μέρη οι λάκκοι πρέπει να ανοίγονται ακόμη βαθύτερα.
Καλλιεργητικές περιποιήσεις της καρυδιάς
Κλάδεμα
Η καρυδιά δεν επιδέχεται μεγάλο κλάδεμα. Υπάρχει μάλιστα η αντίληψη ότι η καρυδιά δεν πρέπει να κλαδεύεται. Αλλά ο λεγόμενος «Καθαρισμός» είναι πάντοτε απαραίτητος – αφαίρεση κλώνων που χαλούν το σχήμα, αφαίρεση λαίμαργων, αφαίρεση ξερών και βλαμμένων κλαδιών.
Αυτά για τα μεγάλα δέντρα. Αλλά το κλάδεμα σε μικρή ηλικία του δέντρου είναι απαραίτητο για το σχηματισμό του και την τήρηση του σχήματος που θα δοθεί με την αφαίρεση του ξύλου που χαλάει τη συμμετρία. Το κλάδεμα των μικρών δέντρων για το σχηματισμό τους γίνεται από την αρχή, μετά το φύτεμά τους. Τα δεντράκια τα κόβουμε σε κάποιο ύφος. Για χαμηλά 30-50 πόντους και για υψηλά με το σκοπό εκμετάλλευσης της ξυλείας, τρία μέτρα και πάνω, κοντά σε μερικά μάτια (3-4). Τα μάτια αυτά θα χρησιμεύσουν για να σχηματίσουν τα μπράτσα του δέντρου, όταν τα μάτια αυτά βλαστήσουν και αναπτυχθούν.
Το δέντρο της καρυδιάς είναι αιωνόβιο. Αλλά σε πολύ μεγάλη ηλικία η καρποφορία του ελαττώνεται με τρόπο που μπορεί να επιβάλει την ανανέωσή του.
Σε τέτοια περίπτωση, κόβουμε τα μπράτσα σε μήκος 60-100 πόντους από τη θέση τους με κόψιμο λοξό που το λειαίνουμε και αλείφουμε τις τομές με μία κατάλληλη αλοιφή. Από τα κλαδιά που θα βγουν τον άλλο χρόνο κρατούμε εκείνα που θα συνεχίσουν το σχήμα του δέντρου και αφαιρούμε τα άλλα. Ηκαρποφορία σε τέτοια περίπτωση θα φανεί μετά 4-5 χρόνια.
Λίπανση
Η καρυδιά δεν θέλει πολύ Άζωτο. Χρειάζεται φώσφορο και κάλι. Θέλει ακόμη και ασβέστη. Σαν αυτός δεν υπάρχει αρκετός στο χώμα, να δίνεται. Σαν δώσουμε κοπριά (40-50) κιλά) πρέπει να είναι καλά χωνεμένη και συμπληρωμένη με υπερφοσφωρικό και θειικό κάλιο. 4-5% υπερφοσφωρικό και Υ2 -1% θειικό κάλιο. Αναλογία για πλήρες λίπασμα μικτό είναι: 1-2 Υ2 – 1 Υ2 . Με απλά δίνουμε Θ.Α 0,6-1 κιλό γ.φ. 1,9-3 και Θ.Κ 0,40 – 0,80 το κιλό.

Η  λίπανση να γίνεται τον χειμώνα σε ζώνη κυκλική, στο δέντρο που θα απέχει από τον κορμό  1 – 1,5 μέτρα.

Το λίπασμα να δίνεται αρκετά βαθιά.

*κάποιες από τις αναφερόμενες ποικιλίες δεν πολλαπλασιάζονται από το φυτώριό μας.

1

 23
42510443458 1482452428658130 33735794664110733 n519
 DSCN1906 DSCN1908
DSCN1925DSCN1928DSCN1927DSCN1926DSCN1925DSCN1928DSCN1927DSCN1926

error: